Η Αλήθεια επί Σκηνής
Υπάρχει μια στιγμή στη σκηνή που δεν ακούγεται τίποτα, κι
όμως όλα μιλούν. Η ανάσα πριν από τη λέξη, το βλέμμα που αργεί μισό
δευτερόλεπτο, το χέρι που δεν ξέρει αν πρέπει να αγγίξει ή να αποτραβηχτεί.
Εκεί, μέσα στην παύση, κρίνεται η τέχνη. Όχι από το πόσο ωραία ειπώθηκε μια
ατάκα, αλλά από το αν ειπώθηκε ως ανάγκη. Από το αν γεννήθηκε, όπως γεννιέται
στη ζωή ένα «σ’ αγαπώ», ένα «φοβάμαι», ένα «δεν αντέχω άλλο», όχι σαν επίδειξη,
αλλά σαν γεγονός.
Η αλήθεια στη σκηνή δεν είναι ρεαλισμός. Δεν είναι η φωτογραφία της καθημερινότητας, ούτε η μίμηση μιας «κανονικής» συμπεριφοράς. Είναι κάτι βαθύτερο. Είναι εσωτερική αναγκαιότητα. Να φαίνεται ότι αυτό που συμβαίνει δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς.
Να νιώθει ο θεατής ότι ο ηθοποιός δεν «παίζει» ένα συναίσθημα, αλλά το βιώνει, αποκτά
υπόσταση, γίνεται κοινός τόπος, μια γέφυρα ανάμεσα σε «ξένες» ζωές.
Ο άνθρωπος, από τη φύση του, κουβαλάει ρόλους. Στη δουλειά, στο σπίτι, στις σχέσεις, φοράει λόγια και συμπεριφορές όπως φοράει ρούχα για προστασία, για αποδοχή, για επιβίωση. Η κοινωνία επιβραβεύει την ομαλή μάσκα, την «ευπρέπεια» του προσωπείου. Η σκηνή, όμως, είναι το παράδοξο μέρος όπου ζητείται το αντίστροφο. Να φορέσεις μια μάσκα (έναν ρόλο) για να αφαιρέσεις τις μάσκες. Να μπεις σε μια κατασκευή, ώστε να φανεί κάτι απολύτως ανθρώπινο και άγριο, κάτι που στην καθημερινότητα συχνά κρύβεται πίσω από ευγένειες και σιωπές.
Γι’ αυτό η αλήθεια είναι ηθική πράξη, όχι τεχνικό κόλπο. Ο ηθοποιός μπορεί να έχει τέλεια άρθρωση, εντυπωσιακή κίνηση, φωνή που γεμίζει αίθουσες. Αν όμως δεν βιώνει τη στιγμή, αν δεν είναι εκεί, το θέατρο γίνεται ρητορεία. Και η ρητορεία —όσο λαμπρή κι αν είναι— αφήνει τον άνθρωπο μόνο. Η αλήθεια, αντίθετα, δημιουργεί κοινότητα. Κάνει το σκοτάδι της πλατείας να μοιάζει με σπίτι, όχι επειδή όλοι συμφωνούν, αλλά επειδή όλοι αναγνωρίζουν κάτι που τους αφορά.
Η αλήθεια στη σκηνή είναι επίσης πράξη εμπιστοσύνης. Ο ηθοποιός παραδίδει στο κοινό ένα κομμάτι ευαλωτότητας, όχι με τρόπο εκβιαστικό, αλλά με τρόπο καθαρό. «Να, αυτός είναι ο άνθρωπος, με τις αντιφάσεις του, με την επιθυμία του, με την αδυναμία του». Και το κοινό, αν νιώσει ότι δεν το κοροϊδεύουν, ανταποδίδει. Ακόμη κι όταν βλέπει έναν βασιλιά, έναν δολοφόνο, έναν προδότη, έναν άγιο, δεν βλέπει «χαρακτήρα» — βλέπει δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης. Η αλήθεια δεν κάνει τον ρόλο συμπαθή. Τον κάνει αναπόδραστα ανθρώπινο.
Και εδώ κρύβεται το φιλοσοφικό βάρος του θεάτρου. Θυμίζει πως ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ μόνο αυτό που φαίνεται. Κάθε πράξη έχει ρίζες. Κάθε σκληρότητα έχει μια πληγή. Κάθε αδυναμία έχει μια ιστορία. Όταν ο ηθοποιός είναι αληθινός, το έργο παύει να είναι αφήγηση γεγονότων και γίνεται αποκαλυπτήριο αιτίων. Το «τι έγινε» υποχωρεί μπροστά στο «γιατί γίνεται». Και τότε η σκηνή γίνεται τόπος γνώσης, όχι πληροφορίας. Η Φιλοσοφία παίρνει σάρκα και οστά.
Η αλήθεια, όμως, δεν χαρίζεται. Απαιτεί πειθαρχία. Η πιο βαθιά ελευθερία προκύπτει από δομή. Η τεχνική δεν είναι αντίπαλος της αλήθειας. Είναι ο σκελετός της. Χωρίς τεχνική, ο ηθοποιός κινδυνεύει να βουλιάξει σε προσωπικά ξεσπάσματα, σε ακατέργαστο συναίσθημα που δεν επικοινωνεί. Με τεχνική, το συναίσθημα βρίσκει κανάλι, γίνεται λόγος, γίνεται ρυθμός, γίνεται πράξη που μπορεί να μοιραστεί. Η αλήθεια δεν είναι «να αισθάνομαι πολύ». Είναι να υπάρχω ακριβώς όσο χρειάζεται, τη στιγμή που χρειάζεται, για τον άλλον που στέκεται απέναντί μου και για εκείνους που κοιτούν.
Συναισθηματικά, η αλήθεια στη σκηνή είναι μια αθόρυβη επανάσταση απέναντι στον κυνισμό. Ζούμε σε εποχές που η συγκίνηση συχνά θεωρείται αφέλεια, που η ευαισθησία αντιμετωπίζεται ως αδυναμία, που η ειρωνεία γίνεται πανοπλία. Η σκηνή, όταν είναι αληθινή, αποδεικνύει ότι η συγκίνηση δεν είναι ντροπή. Είναι γνώση του εαυτού. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος παραδέχεται πως χρειάζεται τον άλλον, πως πονά, πως θέλει, πως φοβάται, πως ελπίζει. Κι αυτή η παραδοχή, ειπωμένη με ακρίβεια και σεβασμό, δεν μειώνει. Μεγαλώνει.
Τελικά, η αλήθεια του ηθοποιού είναι το δώρο του θεάτρου. Μια υπόσχεση ότι μπορούμε να κοιτάξουμε χωρίς να αποστρέψουμε το βλέμμα. Ότι μπορούμε να αντέξουμε τον πόνο χωρίς να τον κάνουμε θέαμα, να αντέξουμε την αγάπη χωρίς να την κάνουμε μελόδραμα, να αντέξουμε τη σιωπή χωρίς να τη γεμίσουμε με ψέματα. Όταν ο ηθοποιός είναι αληθινός, η σκηνή δεν μας διδάσκει τι να σκεφτούμε. Μας θυμίζει ότι είμαστε ικανοί να αισθανθούμε.
Κι ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό. Η αλήθεια στη σκηνή δεν στοχεύει στην τελειότητα, αλλά στην παρουσία. Στο «είμαι εδώ». Και κάθε φορά που ένας άνθρωπος, μπροστά σε άλλους ανθρώπους, τολμά να πει «είμαι εδώ» χωρίς καλλωπισμούς, χωρίς υπεκφυγές, τότε το θέατρο ξαναβρίσκει τον αρχαίο του σκοπό. Να μας κάνει, έστω για λίγο, πιο ανθρώπινους.
